ἔμμα

ἔμμα, ατος, τό, [dialect] Aeol. for εἷμα, Alc.Supp.4.21, Sapph.Supp.20a.8, Lyr.Alex.Adesp.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμμα — garment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμάτων — ἔμμα garment neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμματα — ἔμμα garment neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τὤμματ' — ἄμματα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc pl ἄμματι , ἄμπν resting place neut dat sg ἄμματε , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc dual ἄμματα , ἆμαρ neut nom/voc/acc pl ἄμματι , ἆμαρ neut dat sg ἄμματε , ἆμαρ neut nom/voc/acc dual ἔμματα ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμματ' — ἔμματα , ἔμμα garment neut nom/voc/acc pl ἔμματι , ἔμμα garment neut dat sg ἔμματε , ἔμμα garment neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄμμ' — ἄμμα , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμε , ἁμός 1 masc voc sg (aeolic) ἄμμαι , ἁμός 1 fem nom/voc pl (aeolic) ἄμμᾱͅ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) ἄμμε , ἄμμος fem voc sg ἄμμα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἄμμα , ἆμαρ neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GEMMA — Aeolice quicquid ad ornarum induitur, ab εἷμα, Aeol. ἕμμα, et addito digamma γἐμμα. Unde Latini videri queant fecisse vocem gemma de lapillo pretioso ac pellucido, qui auribus collo et digitis induitur ad ornatum. At maior ceteris, qui ad ornatum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Όστιν, Τζέιν — (Jane Austen, Στίβεντον, Xάμσαϊρ 1775 – Oυίντσεστερ 1817). Αγγλίδα συγγραφέας. Ήταν η προτελευταία κόρη ενός κληρικού με 8 παιδιά και η ζωή της δεν παρουσιάζει σημαντικά γεγονότα. Πέθανε ανύπαντρη και η μόνη της συγκινησιακή εμπειρία ήταν οι… …   Dictionary of Greek

  • κἄμματα — ἄμματα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc pl ἄμματα , ἆμαρ neut nom/voc/acc pl ἔμματα , ἔμμα garment neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τὤμματα — ἄμματα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc pl ἄμματα , ἆμαρ neut nom/voc/acc pl ἔμματα , ἔμμα garment neut nom/voc/acc pl ὄμματα , ὄμμα eye neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.